Περί Άλλων Τόπων
ένα κείμενο του Μισέλ Φουκό
Μετάφραση από τα γαλλικά: Φοίβος Αρβανίτης
Μάρτιος 2010
ένα κείμενο του Μισέλ Φουκό
Μετάφραση από τα γαλλικά: Φοίβος Αρβανίτης
Η μεγάλη εμμονή του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξε,
όπως ξέρουμε, η ιστορία: με τα θέματά της για την εξέλιξη και την αναστολή, την
κρίση και τους κύκλους, θέματα του διαρκώς συσσωρευόμενου παρελθόντος, με την
εξέχουσα θέση των νεκρών προσώπων και την επαπειλούμενη κάλυψη του κόσμου από
παγετώνες. Ο δέκατος ένατος αιώνας άντλησε τα βασικά στοιχεία της μυθολογίας
του από το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα. Η σημερινή εποχή θα είναι ίσως πάνω
απ΄όλα η εποχή του χώρου. Είμαστε στην εποχή της συγχρονικότητας: είμαστε στην
εποχή της παράθεσης, στην εποχή του κοντά και του μακριά, του πλάι πλάι, του
διάσπαρτου. Είμαστε σε μια εποχή, πιστεύω, όπου προσλαμβάνουμε τον κόσμο
λιγότερο ως μια μακρά ζωή που αναπτύσσεται διαμέσου του χρόνου αλλά ως ένα
δίκτυο που συνδέει σημεία και τέμνεται με το ίδιο του το κουβάρι. Θα μπορούσε
ίσως κανείς να πει ότι ορισμένες ιδεολογικές αντιδικίες που δίνουν ζωή στις
σημερινές αντιπαραθέσεις, φέρνουν αντιμέτωπους τους ευσεβείς απογόνους του
χρόνου και τους αποφασισμένους ενοίκους του χώρου. Ο στρουκτουραλισμός, ή
τουλάχιστον όλα όσα συναθροίζονται κάτω απ΄αυτή την κάπως πολύ γενική ονομασία,
είναι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, ανάμεσα σε στοιχεία που θα μπορούσαν να
συνδέονται επειδή είναι βαλμένα σ΄ένα χρονικό άξονα, ένα σύνολο σχέσεων που να
τα κάνει να φαίνονται το ένα πλάι στο άλλο, το ένα απέναντι απ΄το άλλο, το ένα
συνέπεια του άλλου – κοντολογίς, να τα κάνει να φαίνονται σαν ένα είδος
σχηματισμού. Στην πραγματικότητα, ο στρουκτουραλισμός δε συνεπάγεται άρνηση του
χρόνου. Εμπεριέχει έναν ορισμένο τρόπο να αντιμετωπίζουμε αυτό που ονομάζουμε
χρόνο και αυτό που ονομάζουμε ιστορία.
Εντούτοις είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι ο χώρος
που σήμερα φαίνεται να αποτελεί τον ορίζοντα των ενδιαφερόντων μας, της θεωρίας
μας, των συστημάτων μας, δεν είναι δική μας καινοτομία. Ο χώρος ο ίδιος έχει
μια ιστορία στη δυτική εμπειρία και δεν είναι δυνατό να παραβλέψουμε τη μοιραία
τομή του χρόνου με το χώρο. Μπορεί κανείς να πει, σκιαγραφώντας πολύ χοντρικά
την ιστορία του χώρου, ότι το Μεσαίωνα ο χώρος ήταν ένα ιεραρχημένο σύνολο
τόπων: ιεροί τόποι και ανίεροι τόποι, προστατευμένοι τόποι και ανοιχτοί,
εκτεθειμένοι τόποι, αστικοί τόποι και αγροτικοί τόποι ( όλα αυτά αφορούν στην
πραγματική ζωή των ανθρώπων ). Στην κοσμολογική θεωρία, υπήρχαν οι υπερουράνιοι
τόποι σε αντιδιαστολή προς τους ουράνιους τόπους. Και ο ουράνιος τόπος
βρισκόταν με τη σειρά του σε αντιδιαστολή προς τον επίγειο τόπο. Υπήρχαν τόποι
όπου τα πράγματα είχαν τοποθετηθεί επειδή είχαν εκτοπιστεί βίαια από αλλού και,
από την άλλη μεριά, τόποι όπου τα πράγματα έβρισκαν τη φυσική τους θέση και
σταθερότητα. Αυτή η ολοκληρωμένη ιεραρχία, η αντίθεση, η διασταύρωση των τόπων
αποτελούσε αυτό που μπορεί πολύ χοντρικά να ονομαστεί μεσαιωνικός χώρος: ο
χώρος της ένθεσης.
Αυτό το χώρο τον άνοιξε ο Γαλιλαίος. Το αληθινό
σκάνδαλο του έργου του Γαλιλαίου δεν έγκειται τόσο στο ότι ανακάλυψε, ή
επανανακάλυψε, ότι η Γη περιφέρεται γύρω από τον ήλιο, αλλά στο ότι συγκρότησε
έναν άπειρο και απείρως ανοιχτό χώρο. Μέσα σ΄έναν τέτοιο χώρο ο μεσαιωνικός
τόπος, με τη μορφή που υπήρχε, κατέληξε να διαλυθεί. Η θέση ενός πράγματος δεν
ήταν πια παρά μόνο ένα σημείο της τροχιάς κίνησής του, όπως και η σταθερότητα
ενός πράγματος ήταν απλώς η απείρως επιβραδυνόμενη κίνησή του. Μ΄άλλα λόγια, ξεκινώντας
από το Γαλιλαίο και το δέκατο έβδομο αιώνα, η επέκταση αντικατέστησε την
εντοπιότητα.
Σήμερα η θέση ( site ) έχει πάρει τη θέση της
επέκτασης, η οποία με τη σειρά της είχε αντικαταστήσει την ένθεση. Η θέση
ορίζεται από σχέσεις εγγύτητας μεταξύ σημείων ή στοιχείων. Τυπικά, μπορούμε να
περιγράψουμε αυτές τις σχέσεις ως σειρές, δέντρα ή πλέγματα. Επιπλέον, η
σπουδαιότητα της θέσης ως πρόβλημα στη σύγχρονη τεχνική εργασία είναι πολύ
γνωστή: η αποθήκευση των δεδομένων ή των ενδιάμεσων αποτελεσμάτων ενός υπολογισμού
στη μνήμη μιας μηχανής. Η κυκλοφορία διακριτών στοιχείων με τυχαία έκβαση ( η
κυκλοφορία των οχημάτων στο δρόμο είναι μια απλή περίπτωση ή και οι ήχοι που
ακούγονται μέσα σε μια τηλεφωνική γραμμή ). Η ταυτοποίηση-αναγνώριση
κωδικοποιημένων στοιχείων μέσα σ΄ένα σύνολο όπου θα μπορούσαν να είναι
κατανεμημένα τυχαία ή διατεταγμένα σύμφωνα με μία ή πολλαπλές ταξινομήσεις.
Κατά έναν ακόμα πιο συγκεκριμένο τρόπο, το πρόβλημα
της τοποθέτησης ή θέσης τίθεται για την ανθρωπότητα με δημογραφικούς όρους. Αυτό
το πρόβλημα της ανθρώπινης θέσης ή χώρου διαβίωσης δεν έγκειται απλώς στο να
μάθουμε πού στον κόσμο θα υπάρχει αρκετός χώρος για τους ανθρώπους – αλλά ακόμα
στο να μάθουμε τις σχέσεις γειτνίασης, αποθήκευσης, κυκλοφορίας, σήμανσης και
ταξινόμησης των ανθρώπινων στοιχείων που πρέπει να υιοθετήσουμε σε μια δεδομένη
κατάσταση ώστε να πετύχουμε έναν δεδομένο σκοπό. Η εποχή μας είναι μια εποχή
όπου ο χώρος παίρνει για μας τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε θέσεις.
Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι το άγχος της εποχής μας
έχει να κάνει θεμελιακά με το χώρο, αναμφίβολα πολύ περισσότερο απ΄όσο με το
χρόνο. Ο χρόνος κατά πάσα πιθανότητα εμφανίζεται σε μας μόνο σαν μία από τις
διάφορες δυνατότητες κατανομής των στοιχείων που βρίσκονται διάσπαρτα στο χώρο.
Σήμερα, παρ΄όλες τις τεχνικές οικειοποίησης του
χώρου, παρά το ευρύ δίκτυο γνώσης που μας δίνει τη δυνατότητα να οριοθετήσουμε
ή να τυποποιήσουμε το χώρο, ο σύγχρονος χώρος εξακολουθεί ακόμα να μην έχει
απομυστικοποιηθεί ολότελα ( εμφανώς σε αντίθεση προς το χρόνο ο οποίος απαλλάχτηκε
από το θρησκευτικό στοιχείο το δέκατο ένατο αιώνα ). Για να είμαστε ακριβείς,
συνέβη πράγματι μια κάποια θεωρητική απομυστικοποίηση του χώρου ( εκείνη που
σηματοδότησε το έργο του Γαλιλαίου ), αλλά ακόμα εξακολουθούμε να μην έχουμε
φτάσει στο σημείο της πρακτικής απομυστικοποίησης του χώρου. Και ίσως η ζωή μας
εξακολουθεί να κυβερνιέται από μια σειρά αντιθέσεις που παραμένουν
απαραβίαστες, και που οι θεσμοί και οι πρακτικές μας δεν έχουν τολμήσει ακόμα
να γκρεμίσουν. Πρόκειται για αντιθέσεις που τις θεωρούμε εντελώς δεδομένες:
παραδείγματος χάρη, ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο, ανάμεσα στον
οικογενειακό και τον κοινωνικό χώρο, ανάμεσα στο χώρο της κουλτούρας και στο
χρήσιμο χώρο, ανάμεσα στο χώρο της σχόλης και σε κείνον της δουλειάς. ΄Ολες
αυτές οι αντιθέσεις εξακολουθούν να τρέφονται από την κρυφή παρουσία του
θρησκευτικού στοιχείου, της ιερότητας.
Το μνημειώδες έργο του Bachelard και οι περιγραφές των
φαινομενολόγων μας έχουν διδάξει ότι δεν ζούμε σ΄έναν ομοιογενή και άδειο χώρο
αλλά απεναντίας σ΄ένα χώρο διαποτισμένο με ποσότητες και ίσως επίσης βαθύτατα
φαντασματικό. Ο χώρος των αισθήσεών μας, ο χώρος των ονείρων και κείνος των
παθών μας έχουν μέσα τους ιδιότητες που φαίνονται σύμφυτες: υπάρχει ένας
ανάλαφρος, αιθέριος, διαφανής χώρος ή μήπως πάλι ένας σκοτεινός, ακατέργαστος,
συνωστισμένος χώρος; ΄Ενας χώρος από ψηλά, αποτελούμενος από κορυφές ή μήπως
ένας χώρος από κάτω, από λάσπη; ΄Ενας χώρος που μπορεί να είναι ρέων σαν
λαμπυρίζον ύδωρ ή μήπως ένας χώρος ακίνητος, παγωμένος, σαν πέτρα ή κρύσταλλο; Και όμως, αυτές οι
αναλύσεις, παρότι θεμελιώδεις για το στοχασμό της εποχής μας, αφορούν κυρίως
στον εσωτερικό χώρο. Θα ήθελα να μιλήσω τώρα για τον εξωτερικό χώρο.
Ο χώρος στον οποίο ζούμε, που μας τραβάει έξω από
τον εαυτό μας, στον οποίο συμβαίνει η ανάλωση της ζωής μας, του χρόνου και της
ιστορίας μας, ο χώρος που μας γδέρνει και μας τσαλακώνει, είναι επίσης,
καθεαυτόν, ένας ετερογενής χώρος. Μ΄άλλα λόγια, δεν ζούμε μέσα σ΄ένα είδος
κενού, μέσα στο οποίο θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε ανθρώπους και πράγματα.
Δεν ζούμε μέσα σ΄ένα κενό που θα μπορούσε να «χρωματιστεί» με διάφορες
φωτοσκιάσεις, ζούμε μέσα σ΄ένα σύνολο σχέσεων που οριοθετούν θέσεις οι οποίες
δεν μπορούν να αναχθούν η μία στην άλλη και που με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να
επικαλύψουν η μία την άλλη.
Ασφαλώς θα μπορούσε κάποιος να επιχειρήσει να
περιγράψει αυτές τις διαφορετικές θέσεις αναζητώντας εκείνο το σύνολο των
σχέσεων με βάση τις οποίες μπορεί να οριστεί μια ορισμένη σχέση. Παραδείγματος
χάρη, περιγράφοντας το σύνολο των σχέσεων που ορίζουν τις θέσεις των
μετακινήσεων, των δρόμων, των τρένων ( ένα τρένο είναι μια εκπληκτική δέσμη
σχέσεων διότι είναι κάτι μέσα στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε και είναι επίσης
κάτι με το οποίο μπορούμε να μεταφερθούμε από ένα σημείο σε άλλο και ακόμα κάτι
το οποίο μας προσπερνάει ). Μέσω της δέσμης των σχέσεων που τους επιτρέπουν να
οριστούν, μπορούμε να περιγράψουμε τις θέσεις της προσωρινής χαλάρωσης –
καφετέριες, σινεμά, παραλίες. Παρομοίως, κάποιος, χρησιμοποιώντας το δικό του
δίκτυο σχέσεων, μπορεί να περιγράψει τις κλειστές ή ημίκλειστες θέσεις
ανάπαυσης – το σπίτι, την κρεβατοκάμαρα, το κρεβάτι κλπ. Αλλά, απ΄όλες αυτές
τις θέσεις, μ΄ενδιαφέρουν ορισμένες που έχουν την περίεργη ιδιότητα να βρίσκονται σε μια σχέση με άλλες θέσεις, αλλά
κατά τέτοιον τρόπο ώστε να υπονοούν, να εξουδετερώνουν ή να αντιστρέφουν το
σύνολο των σχέσεων που συμβαίνει να δηλώνουν ή να αντανακλούν. Αυτοί οι
χώροι, που συνδέονται με όλους τους άλλους, οι οποίοι εντούτοις αντιφάσκουν
προς όλες τις άλλες θέσεις είναι κυρίως δύο τύπων.
Πρώτα υπάρχουν οι ουτοπίες. Οι ουτοπίες είναι θέσεις χωρίς υλική τοποθέτηση, χωρίς
πραγματική υφή. Είναι θέσεις που έχουν μια γενική σχέση ευθείας ή αντίστροφης
αναλογίας με τον πραγματικό χώρο της Κοινωνίας. Παρουσιάζουν την ίδια την κοινωνία
με τελειοποιημένη μορφή, ή αλλιώς την κοινωνία αντεστραμμένη, αλλά σε κάθε
περίπτωση αυτές οι ουτοπίες είναι θεμελιακά εξωπραγματικοί χώροι.
Υπάρχουν επίσης, σε κάθε κουλτούρα, σε κάθε
πολιτισμό, πραγματικοί τόποι – τόποι που υπάρχουν και σχηματίζονται κατά την
ίδια την ίδρυση της κοινωνίας – που είναι κάτι σαν αντι-θέσεις, ένα είδος
υλοποιημένης ουτοπίας, μέσα στο οποίο οι πραγματικές θέσεις, όλες οι άλλες
πραγματικές θέσεις που μπορούμε να βρούμε μέσα σ΄έναν πολιτισμό,
αντιπροσωπεύονται και ταυτόχρονα αμφισβητούνται και αντιστρέφονται. Οι τόποι
αυτού του είδους στέκονται έξω απ΄όλους τους άλλους τόπους, ακόμα και αν είναι
δυνατό να υποδείξουμε σε ποια ακριβώς τοποθεσία βρίσκονται. Επειδή αυτοί οι
τόποι είναι απόλυτα διαφορετικοί απ΄όλες τις άλλες θέσεις που αντανακλούν και
αντιπροσωπεύουν, θα τους ονομάσω ετεροτοπίες,
σε αντιδιαστολή προς τις ουτοπίες. Πιστεύω ότι ανάμεσα στις ουτοπίες και
σ΄αυτές τις ετεροτοπίες, θα μπορούσε να υπάρξει ένα είδος μικτής, κοινής
εμπειρίας, η οποία θα ήταν ο καθρέφτης. Στο κάτω κάτω, ο καθρέφτης είναι μια
ουτοπία αφού είναι ένας άτοπος τόπος. Μέσα στον καθρέφτη βλέπω τον εαυτό μου
εκεί όπου δεν είμαι, μέσα σ΄έναν μη πραγματικό, δυνητικό χώρο ο οποίος
ανοίγεται πίσω από την επιφάνεια. Είμαι εκειμέσα, εκεί όπου δεν είμαι, σ΄έναν
μη πραγματικό, δυνητικό χώρο, ένα είδος σκιάς που με καθιστά ορατό στον εαυτό
μου, που μου επιτρέπει να βλέπω τον εαυτό μου σ΄ένα χώρο στον οποίο είμαι απών:
τέτοια είναι η ουτοπία του καθρέφτη. Αλλά είναι και μια ετεροτοπία στο βαθμό
που ο καθρέφτης είναι ένα υλικό αντικείμενο, υπάρχει πραγματικά εκεί όπου ασκεί
ένα είδος αντίθετης δράσης στη θέση όπου κατέχω. Από τη σκοπιά του καθρέφτη,
ανακαλύπτω ότι απουσιάζω από τη θέση στην οποία είμαι εφ΄όσον βλέπω τον εαυτό
μου να είναι πίσω από την επιφάνεια. Με αφετηρία αυτή τη ματιά που κατευθύνεται
προς το μέρος μου από το έδαφος αυτού του δυνητικού χώρου που βρίσκεται στην
άλλη μεριά του γυαλιού, ξαναγυρίζω προς τον εαυτό μου. Αρχίζω ξανά να κατευθύνω
τα μάτια μου προς τον εαυτό μου και να ανασυνθέτω τον εαυτό μου εκεί όπου
πραγματικά βρίσκομαι. Ο καθρέφτης λειτουργεί σαν ετεροτοπία ως προς τούτο:
καθιστά τη θέση που κατέχω τη στιγμή που κοιτάζω τον εαυτό μου μέσα στο γυαλί
αμέσως απόλυτα πραγματική, συνδεδεμένη με όλο τον περιβάλλοντα χώρο, και συνάμα
απολύτως εξωπραγματική αφού για να μπορέσει να αποκτήσει υλική υπόσταση θα
έπρεπε να διαπεράσω αυτό το εικονικό σημείο που βρίσκεται εκεί πίσω μέσα του.
΄Οσον αφορά τις ετεροτοπίες καθεαυτές, πώς μπορούν
να περιγραφτούν, ποια σημασία έχουν; Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα είδος
συστηματικής περιγραφής – δεν λέω επιστήμης γιατί ο όρος παραείναι
χρησιμοποιημένος πια – η οποία, σε μια δεδομένη κοινωνία, θα είχε ως
αντικείμενό της τη μελέτη, ανάλυση, περιγραφή και «ανάγνωση» ( όπως κάποιοι
αρέσκονται να λένε σήμερα ) αυτών των διαφορετικών χώρων, των άλλων τόπων. Ως
ένα είδος μυθικής και ταυτόχρονα πραγματικής αμφισβήτησης του χώρου στον οποίο
ζούμε, αυτή η περιγραφή θα μπορούσε να ονομαστεί ετεροτοπολογία. Η πρώτη της αρχή είναι ότι δεν υπάρχει πιθανότατα
ούτε ένας πολιτισμός στον κόσμο που δεν καταφέρνει να συγκροτήσει ετεροτοπίες.
Αυτό είναι ένα σταθερό γνώρισμα κάθε ανθρώπινης ομάδας. Αλλά οι ετεροτοπίες
παίρνουν προφανώς πολύ ποικίλες μορφές και ίσως δεν μπορεί να βρεθεί καμία
απολύτως οικουμενική μορφή ετεροτοπίας. Μπορούμε πάντως να τις ταξινομήσουμε σε
δυο κύριες κατηγορίες.
Στις λεγόμενες πρωτόγονες κοινωνίες, υπάρχει κάποια
μορφή ετεροτοπίας που θα την ονόμαζα ετεροτοπία κρίσης, δηλαδή, υπάρχουν
προνομιακοί ή ιεροί ή απαγορευμένοι τόποι, προορισμένοι αποκλειστικά για τα
άτομα εκείνα που, σε σχέση με την κοινωνία και το ανθρώπινο περιβάλλον στο
οποίο ζουν, βρίσκονται σε κατάσταση κρίσης: έφηβοι, γυναίκες σε έμμηνα, έγκυες
γυναίκες, γέροντες, κλπ. Στις δικές μας κοινωνίες, αυτές οι ετεροτοπίες κρίσης,
τείνουν σταθερά προς την εξαφάνιση παρότι μπορούμε να βρούμε ακόμα κάποια
υπολείμματα. Παραδείγματος χάρη, το οικοτροφείο, στη μορφή που είχε το δέκατο
ένατο αιώνα, ή η στρατιωτική υπηρεσία για τους νεαρούς άντρες, σίγουρα έχουν
παίξει έναν τέτοιο ρόλο αφού οι πρώτες εκδηλώσεις της σεξουαλικής ρώμης
υποτίθεται ότι έπρεπε να συμβούν «αλλού» και όχι στο σπίτι. Για τα κορίτσια,
υπήρχε ως τα μέσα του εικοστού αιώνα, μια παράδοση που λεγόταν το «ταξίδι του
μέλιτος» και ήταν ένα προγονικό έθιμο. Η διακόρευση της νεαρής γυναίκας δεν
μπορούσε να γίνει «πουθενά», και τη στιγμή κατά την οποία συνέβαινε, το
ξενοδοχείο του μέλιτος ή και το βαγόνι του μέλιτος ήταν όντως ο τόπος αυτού του
πουθενά, αυτή η ετεροτοπία χωρίς γεωγραφικά σημεία.
Αλλά αυτές οι ετεροτοπίες της κρίσης εξαφανίζονται
σήμερα και αντικαθίστανται, πιστεύω, με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε
ετεροτοπίες της απόκλισης: εκείνες στις οποίες τοποθετούνται τα άτομα που η
συμπεριφορά τους είναι αποκλίνουσα σε σχέση με τον απαιτούμενο μέσο όρο ή
κανόνα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι τα αναρρωτήρια, τα νοσοκομεία και ασφαλώς οι
φυλακές. Θα μπορούσαμε ίσως να προσθέσουμε και τα γεροκομεία που βρίσκονται στο
μεταίχμιο ανάμεσα στην ετεροτοπία της κρίσης και την ετεροτοπία της απόκλισης,
αφού στο κάτω-κάτω τα γηρατειά είναι μια κρίση αλλά συνάμα και μια απόκλιση,
αφού στην κοινωνία που ζούμε το να κάθεται κανείς χωρίς να κάνει τίποτα είναι
ένα είδος αποκλίνουσας συμπεριφοράς.
Η δεύτερη αρχή αυτής της περιγραφής της ετεροτοπίας
είναι ότι μια κοινωνία, καθώς ξεδιπλώνεται η ιστορία της, μπορεί να κάνει μια
υπάρχουσα ετεροτοπία να λειτουργήσει με πολύ διαφορετικό τρόπο. Διότι η κάθε
ετεροτοπία έχει μια ακριβή και καθορισμένη λειτουργία μέσα σε μια κοινωνία, και
η ίδια ετεροτοπία μπορεί, ανάλογα με τη συγχρονικότητα του πολιτισμού στον
οποίο συμβαίνει, να έχει τη μία ή την άλλη λειτουργία.
Σαν παράδειγμα θα διαλέξω την παράδοξη ετεροτοπία
του νεκροταφείου. Το νεκροταφείο είναι σίγουρα ένας τόπος ανόμοιος προς τους
συνηθισμένους χώρους του πολιτισμού. Είναι όμως ένας χώρος που συνδέεται με
όλες τις θέσεις της πόλης-κράτους ή της κοινωνίας ή τους χωριού κλπ, αφού κάθε
άτομο, κάθε οικογένεια έχει συγγενείς στο νεκροταφείο. Στο δυτικό πολιτισμό το
νεκροταφείο υπήρχε ανέκαθεν. Αλλά έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Μέχρι το
τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, το νεκροταφείο ήταν τοποθετημένο την καρδιά της
πόλης, δίπλα στην εκκλησία. Μέσα του υπήρχε μια ιεραρχία τάφων. Υπήρχε το
οστεοφυλάκειο όπου τα σώματα έχαναν τα τελευταία ίχνη ατομικότητας, υπήρχαν
λίγοι ατομικοί τάφοι και κατόπιν υπήρχαν οι τάφοι μέσα στην εκκλησία. Οι
τελευταίοι ήταν κι αυτοί δύο ειδών, είτε απλές ταφόπλακες με μια επιγραφή είτε
μαυσωλεία με αγάλματα. Αυτό το νεκροταφείο, που «ενοικούσε» μέσα στον ιερό χώρο
της εκκλησίας, έχει διαμορφωθεί εντελώς διαφορετικά στους σύγχρονους
πολιτισμούς. Και κατά περίεργο τρόπο, ακριβώς την εποχή που ο πολιτισμός έχει
γίνει «αθεϊστικός», τότε η δυτική κουλτούρα δημιούργησε αυτό που ονομάζεται
λατρεία του νεκρού.
Κατά βάση ήταν φυσιολογικό ότι, σε μια εποχή
αληθινής πίστης στην ανάσταση των σωμάτων και στην αθανασία της ψυχής, δεν
δινόταν υπερβολική σημασία στα απομεινάρια του νεκρού σώματος. Απεναντίας, από
τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν είναι πια σίγουροι ότι έχουν ψυχή ούτε ότι το
σώμα τους θα επιστρέψει στη ζωή, είναι ίσως αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη
προσοχή στο νεκρό σώμα, το οποίο είναι τελικά το μόνο ίχνος της ύπαρξής μας
στον κόσμο και στη γλώσσα. Εν πάση περιπτώσει, από τις αρχές του δέκατου ένατου
αιώνα, όλοι δικαιούμαστε να έχουμε το δικό μας κουτί για τη μικρή προσωπική μας
σήψη. Αλλά απ΄την άλλη μεριά, μόνο από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα
άρχισαν τα νεκροταφεία να τοποθετούνται στα εξωτερικά σύνορα των πόλεων.
Συναφώς προς την εξατομίκευση του θανάτου και την αστική ιδιοποίηση του νεκροταφείου,
ανακύπτει και μια έμμονη ιδέα του θανάτου ως «ασθένειας». Υποτίθεται ότι ο
νεκρός φέρνει αρρώστιες στους ζωντανούς, και η παρουσία και η εγγύτητα του
νεκρού πλάι στα σπίτια, κολλητά στην εκκλησία, σχεδόν στη μέση του δρόμου, αυτή
ακριβώς η εγγύτητα είναι που μεταδίδει το θάνατο. Αυτή η βασική εμμονή περί της
αρρώστιας που μεταδίδεται από τη «μόλυνση» των νεκροταφείων, επιβίωσε ώς το
τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, μέχρι που να αρχίσει το δέκατο ένατο αιώνα η
μεταφορά των νεκροταφείων στα προάστια. ΄Ετσι λοιπόν, τα νεκροταφεία κατέληξαν
να αποτελούν όχι πια την ιερή και αθάνατη καρδιά της πόλης αλλά την «άλλη πόλη»
όπου η κάθε οικογένεια έχει το δικό της σκοτεινό αναπαυτήριο.
Τρίτη αρχή. Η ετεροτοπία είναι ικανή να παραθέτει,
μέσα σ΄έναν μοναδικό πραγματικό τόπο, πολλούς χώρους, πολλές θέσεις που είναι
καθεαυτές ασύμβατες. ΄Ετσι, το θέατρο φέρνει μέσα στο ορθογώνιο της σκηνής μια
ολόκληρη σειρά από τόπους, τον ένα μετά τον άλλο, που είναι ξένοι μεταξύ τους.
΄Ετσι, ο κινηματογράφος είναι ένα πολύ παράξενο ορθογώνιο δωμάτιο που στην άκρη
του, πάνω σε μια δισδιάστατη οθόνη, βλέπουμε την προβολή του τρισδιάστατου
χώρου. ΄Ισως όμως το αρχαιότερο παράδειγμα αυτών των ετεροτοπιών που παίρνουν
τη μορφή ασύμβατων θέσεων είναι ο κήπος. Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ανατολή, ο
κήπος, μια εκπληκτική δημιουργία που χρονολογείται εδώ και χίλια χρόνια, έχει
πολύ βαθιές και φαινομενικά επάλληλες σημασίες. Ο παραδοσιακός κήπος των Περσών
ήταν ιερός χώρος που υποτίθεται ότι συμφιλίωνε μέσα στο ορθογώνιό του τέσσερα
μέρη που αντιπροσώπευαν τα τέσσερα μέρη του κόσμου, με ένα χώρο ακόμα πιο ιερό
από τους άλλους που ήταν σαν ομφαλός, ο ομφαλός του κόσμου στο επίκεντρο ( η
λίμνη και η κρήνη βρίσκοντας εκεί ). Και όλη η βλάστηση του κήπου υποτίθεται
ότι συνενωνόταν σ΄αυτό το χώρο, μέσα σ΄αυτό το είδος μικρόκοσμου. ΄Οσο για τα
χαλιά, ήταν αρχικά απεικονίσεις κήπων ( ο κήπος είναι ένα χαλί πάνω στο οποίο
ολόκληρος ο κόσμος καταλήγει να υποδύεται τη συμβολική του τελειότητα, και από
την άλλη, το χαλί είναι ένα είδος κήπου που μπορεί να κινείται στο χώρο ). Ο
κήπος είναι το μικρότερο μόριο του κόσμου και ταυτόχρονα είναι η ολότητα του
κόσμου. Ο κήπος υπήρξε ανέκαθεν ένα είδος ευτυχούς, ενοποιητικής ετεροτοπίας
της οικουμένης, ήδη από τις απαρχές της αρχαιότητας ( οι σύγχρονοι δικοί μας
ζωολογικοί κήποι ξεπήδησαν απ΄αυτή την πηγή ).
Τέταρτη αρχή. Οι ετεροτοπίες συνδεόνται τις
περισσότερες φορές με τεμάχια χρόνου – πράγμα που σημαίνει ότι ανοίγονται
σ΄αυτό που μπορούμε, για λόγους συμμετρίας, να ονομάσουμε ετεροχρονίες. Η
ετεροτοπία αρχίζει να λειτουργεί πλήρως όταν οι άνθρωποι φτάνουν σ΄ένα είδος
απόλυτης ρήξης με τον παραδοσιακό τους χρόνο. Αυτή η κατάσταση μας δείχνει ότι
ένας τόπος υψηλής ετεροτοπίας αφού, για το άτομο, το νεκροταφείο αρχίζει μ΄αυτή
την παράξενη ετεροχρονία, την απώλεια της ζωής, και με αυτή τη σχεδόν
αιωνιότητα μέσα στην οποία το μόνο σταθερό στοιχείο είναι η διάλυση και η
εξαφάνιση.
Από γενικότερη άποψη, σε μια κοινωνία σαν τη δική
μας, οι ετεροτοπίες και οι ετεροχρονίες δομούνται και κατανέμονται με σχετικά
σύνθετο τρόπο. Καταρχάς, υπάρχουν οι ετεροτοπίες του αενάως συσσωρευόμενου
χρόνου, όπως τα μουσεία και οι βιβλιοθήκες. Τα μουσεία και οι βιβλιοθήκες έχουν
καταστεί σήμερα ετεροτοπίες μέσα στις οποίες ο χρόνος δεν παύει ποτέ να
συσσωρεύεται και να ξεπερνάει την ίδια του την κορυφή, ενώ το δέκατο έβδομο
αιώνα, ακόμα και στο τέλος του αιώνα, τα μουσεία και οι βιβλιοθήκες ήταν η
έκφραση μιας ατομικής επιλογής. Αντίθετα, η ιδέα της συσσώρευσης των πάντων,
της δημιουργίας ενός είδους γενικού αρχείου, η επιθυμία να περιλάβουμε μέσα
σ΄έναν τόπο όλο το χρόνο, όλες τις εποχές, όλες τις μορφές, όλα τα γούστα, η
ιδέα του να συγκροτήσουμε τον τόπο όλων των χρόνων που ο ίδιος όμως να
βρίσκεται εκτός χρόνου και είναι άτρωτος από τη φθορά του, το σχέδιο του να
οργανώσουμε μ΄αυτό τον τρόπο ένα είδος αέναης και άπειρης συσσώρευσης χρόνου
μέσα σ΄έναν ακίνητο τόπο, η ιδέα αυτή ανήκει εξ ολοκλήρου στη νεωτερικότητά
μας. Το μουσείο και η βιβλιοθήκη είναι ετεροτοπίες που προσιδιάζουν στη δυτική
κουλτούρα του δέκατου ένατου αιώνα.
Αντίθετα προς τις ετεροτοπίες που συνδέονται με τη
συσσώρευση του χρόνου, υπάρχουν εκείνες που συνδέονται με το χρόνο στην πιο
φευγαλέα, μεταβατική, επισφαλή όψη του, με το χρόνο κατά τον τρόπο ενός
φεστιβάλ. Αυτές οι ετεροτοπίες δεν είναι προσανατολισμένες στο αιώνιο αλλά
είναι μάλλον απόλυτα χρονικοποιημένες. Τέτοιες είναι, παραδείγματος χάρη, οι
εμποροπανήγυρεις, αυτές οι υπέροχες κενές θέσεις στις παρυφές των πόλεων που
πλημμυρίζουν μια ή δυο φορές το χρόνο με πάγκους, πανό, ετερόκλιτα αντικείμενα,
παλαιστές και μίμους, γυναίκες-φίδια, χαρτορίχτρες και καφετζούδες, κοκ.
Τελευταία έχει εφευρεθεί ένα νέο είδος χρονικής ετεροτοπίας: τα χωριά διακοπών,
όπως εκείνα τα χωριά στην Πολυνησία που προσφέρουν πακέτα τριών εβδομάδων
πρωτόγονης και αιώνιας γύμνιας στους κατοίκους των πόλεων. Επιπλέον, βλέπουμε
ότι μέσα από τις δύο μορφές ετεροτοπίας που συνδέουμε εδώ, την ετεροτοπία της
γιορτής και εκείνη της αιωνιότητας του συσσωρευόμενου χρόνου, οι καλύβες της
Τζέρμπα συγγενεύουν κατά μία έννοια με τις βιβλιοθήκες και τα μουσεία. Διότι η
επανανακάλυψη της πολυνησιακής ζωής καταργεί το χρόνο. Εντούτοις η εμπειρία
είναι κι αυτή επίσης μια επανανακάλυψη του χρόνου, είναι λες και ολόκληρη η
ιστορία της ανθρωπότητας γυρίζει πίσω στις απαρχές της και καθίσταται
προσπελάσιμη μ΄ένα είδος βιωματικής, άμεσης γνώσης.
Πέμπτη αρχή. Οι ετεροτοπίες πάντα προϋποθέτουν ένα
σύστημα ανοίγματος και κλεισίματος που και τις απομονώνει και τις κάνει
διαπερατές. Γενικά, η ετεροτοπική θέση δεν είναι ελεύθερα προσπελάσιμη όπως
ένας δημόσιος τόπος. Είτε η είσοδος είναι αναγκαστική, όπως στην περίπτωση της
εισόδου σε στρατόπεδο ή φυλακή, ή αλλιώς, το άτομο πρέπει να περάσει από
τελετουργίες και εξαγνισμούς. Για να μπει κάποιος σ΄αυτό το μέρος, πρέπει να
διαθέτει μια συγκεκριμένη άδεια και να κάνει κάποιες χειρονομίες. Επιπλέον, υπάρχουν
ετεροτοπίες που είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένες σ΄αυτές τις δραστηριότητες
εξαγνισμού – εξαγνισμός που είναι εν μέρει θρησκευτικός και εν μέρει
υγειονομικός, όπως το χαμάμ των μουσουλμάνων, ή αλλιώς εξαγνισμός που
εμφανίζεται να είναι καθαρά υγειονομικός, όπως στη σκανδιναβική σάουνα.
Αντίθετα, υπάρχουν άλλες ετεροτοπίες που φαίνονται
να είναι απλά και ξεκάθαρα ανοίγματα, αλλά κατά κανόνα κρύβουν περίεργους
αποκλεισμούς. ΄Ολοι μπορούν να μπουν σ΄αυτές τις ετεροτοπικές θέσεις αλλά στην
πραγματικότητα αυτή είναι απλώς μια ψευδαίσθηση: νομίζουμε ότι μπαίνουμε εκεί
απ΄όπου αποκλειόμαστε, και μας κάνει να το νομίζουμε το ότι μπαίνουμε. ΄Εχω στο
νου μου, παραδείγματος χάρη, τα περίφημα υπνοδωμάτια που υπήρχαν στις μεγάλες
φάρμες στη Βραζιλία και αλλού στη Νότια Αμερική. Η πόρτα της εισόδου δεν
οδηγούσε στο κεντρικό δωμάτιο όπου ζούσε η οικογένεια, και κάθε πρόσωπο ή
ταξιδιώτης που περνούσε, είχε το δικαίωμα να ανοίξει αυτή την πόρτα, να μπει
στο υπνοδωμάτιο και να κοιμηθεί εκεί για μια νύχτα. Αυτά τα υπνοδωμάτια λοιπόν
ήταν έτσι διευθετημένα ώστε το άτομο που πήγαινε εκεί, δεν είχε ποτέ πρόσβαση
στα διαμερίσματα της οικογένειας. Ο επισκέπτης ήταν απόλυτα τράνσιτ, δεν ήταν
ποτέ προσκεκλημένος επισκέπτης. Αυτός ο τύπος ετεροτοπίας, που έχει πρακτικά
εξαφανιστεί από τους πολιτισμούς μας, θα μπορούσε ίσως να βρεθεί στα περίφημα
δωμάτια των αμερικανικών μοτέλ όπου ένας άντρας πηγαίνει με το αυτοκίνητο και
την ερωμένη του, και το παράνομο σεξ είναι απόλυτα προστατευμένο και κρυμένο,
μονωμένο από τον έξω κόσμο στον οποίο δεν επιτρέπεται.
Το τελευταίο γνώρισμα των ετεροτοπιών είναι ότι
έχουν μια λειτουργία σε σχέση με όλο τον απομένοντα χώρο. Αυτή η λειτουργία
ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε δύο ακραίους πόλους. Στον ένα πόλο, ο ρόλος τους είναι
να δημιουργούν ένα χώρο ψευδαίσθησης που παρουσιάζει κάθε πραγματικό χώρο,
δηλαδή όλες τις θέσεις στις οποίες είναι τεμαχισμένη η ανθρώπινη ζωή, σαν ένα
χώρο ακόμα πιο ψεύτικο ( ίσως αυτός να ήταν ο ρόλος που έπαιζαν εκείνοι οι
περίφημοι οίκοι ανοχής του παρελθόντος, που τώρα τους έχουμε στερηθεί ). Στον
άλλο πόλο, ο ρόλος τους είναι να δημιουργούν έναν χώρο που είναι άλλος, ένας
άλλος πραγματικός χώρος, τόσο τέλειος, τόσο σχολαστικά φροντισμένος, τόσο σωστά
διευθετημένος όσο ρυπαρός, κακοφτιαγμένος και παραφορτωμένος είναι δικός μας
χώρος. Αυτός ο τύπος λοιπόν θα ήταν μια ετεροτοπία, όχι της ψευδαίσθησης αλλά
της ανταμοιβής, και αναρωτιέμαι μήπως κάποιες αποικίες λειτούργησαν κάπως έτσι.
Σε κάποιες περιπτώσεις, έπαιξαν, στο επίπεδο της γενικής οργάνωσης του εδαφικού
χώρου, το ρόλο ετεροτοπιών. ΄Εχω κατά νου, παραδείγματος χάρη, το πρώτο κύμα
αποικισμού, το δέκατο έβδομο αιώνα, των πουριτανικών κοινοτήτων που είχαν
ιδρύσει οι ΄Αγγλοι στην Αμερική και που υπήρξαν απόλυτα τέλειοι άλλοι τόποι.
Σκέφτομαι ακόμα εκείνες τις καταπληκτικές ιησουϊτικες αποικίες στη Νότια
Αμερική: υπέροχες, απόλυτα ρυθμισμένες αποικίες, στις οποίες επιτυγχανόταν
όντως μια ανθρώπινη τελειότητα. Οι Ιησουϊτες της Παραγουάης ίδρυαν αποικίες
στις οποίες η ζωή ήταν ρυθμισμένη σε κάθε της έκφανση. Το χωριό εκτεινόταν
σύμφωνα μ΄ένα αυστηρό σχέδιο γύρω από μια ορθογώνια έκταση, στη βάση της οποίας
ήταν η εκκλησία. Από τη μια μεριά υπήρχε το σχολείο και από την άλλη το νεκροταφείο. Και μπροστά
από την εκκλησία, ένας φαρδύς δρόμος έτεμνε έναν άλλο σε ορθή γωνία. Κάθε
οικογένεια είχε την καλύβα της κατά μήκος αυτών των δύο οδικών αξόνων, κι έτσι
σχηματιζόταν με ακρίβεια το σημείο του Ιησού. Ο χριστιανισμός σημάδεψε το χώρο
και τη γεωγραφία του αμερικανικού κόσμου μ΄αυτό το θεμελιακό του σημάδι, το
σταυρό. Η καθημερινή ζωή των ανθρώπων ρυθμιζόταν όχι με τη σφυρίχτρα αλλά με το
κουδούνι. ΄Ολοι ξυπνούσαν την ίδια ώρα, όλοι άρχιζαν τη δουλειά ταυτόχρονα. Τα
γεύματα σερβίρονταν στις 12 και στις πέντε το απόγευμα. Κατόπιν οι άνθρωποι
πήγαιναν για ύπνο και στις 12 τα μεσάνυχτα ερχόταν αυτό που ονομαζόταν γαμήλιο
ξύπνημα, δηλαδή με τον ήχο του κουδουνιού, ο κάθε κάτοικος εκτελούσε το
συζυγικό του καθήκον.
Οι οίκοι ανοχής και οι αποικίες είναι δύο ακραίοι
τύποι ετεροτοπίας, και αν σκεφτούμε, τελικά, ότι ένα καράβι είναι ένα πλεούμενο
κομμάτι χώρου, ένας τόπος χωρίς τόπο, που υπάρχει καθεαυτόν, που είναι
κλεισμένος στον εαυτό του και συνάμα παραδομένο στο άπειρο της θάλασσας, και
ότι από λιμάνι σε λιμάνι, από ντόκο σε ντόκο, από οίκο ανοχής σε οίκο ανοχής,
φτάνει μέχρι τις αποικίες αναζητώντας τους πιο πολύτιμους θησαυρούς που κρύβουν
στους κήπους τους, τότε θα καταλάβουμε γιατί το καράβι υπήρξε για τον πολιτισμό
μας, από το δέκατο έκτο αιώνα μέχρι σήμερα, όχι μόνο το μεγάλο εργαλείο της
οικονομικής ανάπτυξης αλλά ταυτόχρονα το μεγαλύτερο αποθετήριο της φαντασίας.
Το πλεούμενο είναι η ετεροτοπία κατ΄εξοχήν. Σε πολιτισμούς χωρίς πλεούμενα, τα
όνειρα στεγνώνουν, η κατασκοπία παίρνει τη θέση της περιπέτειας και η αστυνομία
τη θέση των πειρατών.
Μετάφραση Φοίβος Αρβανίτης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου